top of page

Διαγενεακό Τραύμα: η διαιώνιση του τραύματος και η ψυχοθεραπεία.

  • πριν από 5 ημέρες
  • διαβάστηκε 3 λεπτά

Το τραύμα δεν είναι απλώς ένα δύσκολο γεγονός που ανήκει στο παρελθόν. Είναι μια εμπειρία που μπορεί να διαρρήξει την αίσθηση ασφάλειας, να αλλοιώσει την εικόνα του εαυτού, να επηρεάσει τις σχέσεις και να εγγραφεί στο σώμα. Και, όπως γνωρίζουμε πλέον μέσα από δεκαετίες ερευνών, το τραύμα δεν περιορίζεται απαραίτητα σε εκείνον που το έζησε. Μπορεί να μεταφερθεί — σιωπηλά αλλά ουσιαστικά — στις επόμενες γενιές.

Ήδη από τη δεκαετία του 1960, όταν παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα άγχους και ψυχολογικής δυσφορίας στα παιδιά επιζώντων του Ολοκαυτώματος, άρχισε να διαμορφώνεται η έννοια της διαγενεακής μετάδοσης του τραύματος. Έκτοτε, η έρευνα επεκτάθηκε σε πληθυσμούς που βίωσαν γενοκτονίες, πολιτισμική καταπίεση, δουλεία, πόλεμο, βίαιο εκτοπισμό και συστημικό ρατσισμό. Το κοινό νήμα σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι το τραύμα δεν τελειώνει με το αρχικό γεγονός· συνεχίζει να ζει μέσα στις οικογένειες και στις κοινότητες.


Η σύγχρονη επιστημονική κατανόηση του τραύματος είναι σαφής. Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Οδηγίες της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας για την εργασία με ενήλικες με PTSD και διαταραχές τραυματικού στρες (APA, 2024) , το τραύμα αφορά γεγονότα ή συνθήκες που βιώνονται ως απειλητικά για τη ζωή ή την ακεραιότητα του ατόμου και έχουν διαρκείς επιπτώσεις στη ψυχική, σωματική και κοινωνική του λειτουργικότητα. Η έκθεση σε τραύμα αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης, αγχωδών διαταραχών, εξαρτήσεων, αλλά και σωματικών νοσημάτων όπως καρδιαγγειακές και ανοσολογικές διαταραχές .


Ωστόσο, το τραύμα δεν είναι μόνο διάγνωση. Είναι εμπειρία. Είναι τρόπος να βλέπεις τον κόσμο ως επικίνδυνο, τον εαυτό ως ανεπαρκή ή ένοχο, τις σχέσεις ως απειλή. Στην περίπτωση της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (PTSD), το άτομο μπορεί να βιώνει επαναλαμβανόμενες εισβολές μνήμης, εφιάλτες, αποφυγή ερεθισμάτων που θυμίζουν το γεγονός, υπερεπαγρύπνηση, ευερεθιστότητα και δυσκολία χαλάρωσης . Όταν το τραύμα είναι επαναλαμβανόμενο ή συμβαίνει σε κρίσιμες αναπτυξιακές περιόδους, μπορεί να επηρεάσει βαθύτερα τη ρύθμιση του συναισθήματος, τις σχέσεις και την ταυτότητα.


Η διαγενεακή μετάδοση του τραύματος δεν συμβαίνει με «μαγικό» τρόπο. Περνά μέσα από οικογενειακές αφηγήσεις ή — συχνότερα — μέσα από τη σιωπή. Περνά μέσα από την υπερπροστατευτικότητα, την υπερεπαγρύπνηση, τα άρρητα μηνύματα όπως «μην εμπιστεύεσαι», «να είσαι πάντα έτοιμος για το χειρότερο». Αυτά τα μηνύματα μπορεί κάποτε να ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση. Στο παρόν όμως, συχνά δημιουργούν άγχος, δυσπιστία και δυσκολία σύνδεσης.


Παράλληλα, η κοινωνική πραγματικότητα παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι σύγχρονες οδηγίες τονίζουν ότι το τραύμα δεν μπορεί να αποκοπεί από το πολιτισμικό και κοινωνικό του πλαίσιο . Ρατσισμός, διακρίσεις, φτώχεια, μεταναστευτικό καθεστώς, φύλο, ηλικία και άλλες διασταυρούμενες ταυτότητες επηρεάζουν τόσο την πιθανότητα έκθεσης σε τραυματικά γεγονότα όσο και την πρόσβαση στη φροντίδα. Η χρόνια εμπειρία διακρίσεων μπορεί να λειτουργήσει ως επαναλαμβανόμενο τραυματικό ερέθισμα, προκαλώντας συμπτώματα αντίστοιχα με μετατραυματικό στρες.


Επιπλέον, η έρευνα δείχνει ότι το τραύμα δεν αφορά μόνο την ψυχολογία, αλλά και το σώμα. Οι μηχανισμοί του στρες επηρεάζουν το νευρικό και το ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ μελέτες στην επιγενετική υποδεικνύουν ότι η έντονη τραυματική εμπειρία μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο λειτουργίας γονιδίων που σχετίζονται με τη ρύθμιση του στρες. Έτσι, η φράση «το σώμα θυμάται» αποκτά κυριολεκτική διάσταση.


Μέσα σε αυτό το σύνθετο τοπίο, η θεραπευτική απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Η τραυματο-ενημερωμένη φροντίδα, όπως περιγράφεται στις κατευθυντήριες οδηγίες , αποτελεί ένα πλαίσιο που βασίζεται στην αναγνώριση της συχνότητας του τραύματος, στην κατανόηση των επιπτώσεών του και στην ενσωμάτωση αυτής της γνώσης στην κλινική πράξη. Κεντρικοί άξονες είναι η ασφάλεια, η συνεργασία, η ενδυνάμωση και η αποφυγή επανατραυματισμού. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει γνωσιακές-συμπεριφορικές παρεμβάσεις, επεξεργασία τραυματικών αναμνήσεων, σωματικές προσεγγίσεις, αλλά και εστίαση στη θεραπευτική σχέση ως χώρο επανόρθωσης της εμπιστοσύνης.


Ταυτόχρονα, η εργασία με τραύμα απαιτεί επαγγελματική επάρκεια, συνεχή εκπαίδευση και επίγνωση νομικών και δεοντολογικών ζητημάτων, όπως η υποχρεωτική αναφορά κακοποίησης ή το καθήκον προστασίας σε περιπτώσεις κινδύνου . Η φροντίδα του ίδιου του θεραπευτή είναι επίσης κρίσιμη, καθώς η έκθεση σε τραυματικές αφηγήσεις μπορεί να οδηγήσει σε δευτερογενές τραύμα.


Τελικά, η κατανόηση του διαγενεακού τραύματος μάς προσφέρει κάτι βαθιά απελευθερωτικό: τη δυνατότητα επαναπλαισίωσης. Όταν αναγνωρίζουμε ότι η υπερεπαγρύπνηση, η δυσπιστία ή η ανάγκη ελέγχου υπήρξαν κάποτε στρατηγικές επιβίωσης, σταματάμε να τις αντιμετωπίζουμε ως προσωπικά ελαττώματα. Τιμούμε την αντοχή των προηγούμενων γενεών, χωρίς να αναπαράγουμε τον φόβο τους.


Η θεραπεία δεν διαγράφει το παρελθόν. Το εντάσσει στην ιστορία του ατόμου με τρόπο που επιτρέπει επιλογή αντί για αυτόματη αντίδραση. Και εκεί, ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση από την κληρονομημένη επιβίωση στη συνειδητή ζωή, αρχίζει η διαγενεακή επούλωση.


Σχόλια


Μπορείτε να επικοινωνήσετε απο εδώ για οποιαδήποτε ερώτηση σας..

Ευχαριστώ πολύ για το αίτημα σας. Θα προσπαθήσω να απαντήσω το συντομότερο δυνατό. Καλή συνέχεια

  • Instagram
  • Facebook
  • Linkedin
Επικοινωνία

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί Cookies μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες στο  Privacy and Policy

Αδαμαντία Δούρη Ψυχολόγος Παιδοψυχολόγος online συνεδρίες 

bottom of page